Λογοτεχνικά βιβλία, συγγραφείς, εκδοτικοί οίκοι - για να μην πάτε στο βιβλιοπωλείο... αδιάβαστοι!

 
 

  • 21.11.12
    «Παράπλευρες απώλειες», του Άγγελου Χαριάτη

    Παράπλευρες απώλειες
    Ο Αντώνης, της ιστορίας μας, είναι ένας απλός, ένας συνηθισμένος καθ’ όλα άνθρωπος. Έχει την θέση του προϊσταμένου σε ένα υποκατάστημα τράπεζας, η οποία του αποφέρει το αστρονομικό εισόδημα των χιλίων ευρώ μηνιαίως για σχεδόν 12ώρη εργασία τις καθημερινές. Τα Σαββατοκύριακα ελεύθερα, δεν είναι κανένα κάτεργο ο τραπεζικός οργανισμός, αλίμονο…


    Κοιτάζω το ρολόι μου. Επτά παρά τέταρτο. Πόσο θα αντέξουμε ακόμα; Πέντε μέρες επί δώδεκα ώρες την ημέρα μας κάνουν εξήντα. Εξήντα ώρες μέσα στον ίδιο χώρο. Θα πρέπει να εισηγηθούμε στη διοίκηση να μας τοποθετήσει ένα λουτρό με ατομικές ντουζιέρες δίπλα στο χρηματοκιβώτιο. Χμ… Καλό θα ήταν να βάλουμε και μερικά πτυσσόμενα ράντζα σαν αυτά του νοσοκομείου κατά μήκος του διαδρόμου, για να ξαπλώνουμε τις βραδινές ώρες, και μετά στις έξι το πρωί, ένα ντους με κρύο νερό και έτοιμοι για την επόμενη εργασιακή ημέρα.
    Επτά ακριβώς και νομίζω ότι δε θα αντέξω για πολύ ακόμα. Τα βλέφαρα μου έχουν αρχίσει να βαραίνουν. Η ατμόσφαιρα θυμίζει κάτι από διαλυμένο εφηβικό πάρτι μετά το τέλος των ποτών στη μέση της νύχτας. Μόνο που δεν έχουμε χορέψει μπλουζ, δεν έχουμε πιει ρεφενέ βερμούτ και μαρτίνι, δεν έχουμε ακούσει αγαπησιάρικα τραγούδια και δεν έχουμε βρει τον έρωτα της ζωής μας.

    Κανονική φάμπρικα η τράπεζα. Πολυτελείας ίσως -με χέρια καθαρά, κουστούμι και γραβάτα- αλλά φάμπρικα!

    Το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα «Παράπλευρες απώλειες» του Άγγελου Χαριάτη, είναι ο Λάκης. Ένας νεαρός, πτυχιούχος πανεπιστημίου, άνεργος, με αναρχική ιδεολογία, που προσπαθεί να τα φέρει βόλτα στην σύγχρονη Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Μένει σε ένα υπόγειο δυάρι στου Γκύζη, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους στην πάλη για την ανατροπή του συστήματος…


    Είμαι ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους που πραγματικά δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Οι γονείς μου, όπως και οι γονείς των συγκατοίκων μου, βρίσκονται κάπου ανάμεσα στα πενήντα και τα εξήντα, έφηβοι της Χούντας και της Μεταπολίτευσης. Αυτοί είχαν την ευκαιρία τους και τα σκάτωσαν. Εμείς δεν έχουμε καν την ευκαιρία.
    Θυμάμαι τον Τσε, θυμάμαι την τρέλα του να διασχίσει τη μισή Νότιο Αμερική παρέα με τη μοτοσικλέτα και το φίλο του και πιάνω τον εαυτό μου να ζηλεύει. Θα ήθελα να ήμουν στη θέση του και τότε και πιο μετά, κι ας είχα άσθμα, κι ας πέθαινα σαν το σκυλί στα τροπικά δάση της Βολιβίας δολοφονημένος από τον κυβερνητικό στρατό και τους Αμερικανούς πράκτορες.

    Για να συμπληρωθεί το καρέ, μας λείπει η Αναστασία και ο κύριος -τρόπος του λέγειν κύριος- Ονεστίδης. Η πρώτη, μια όμορφη νέα γυναίκα που μετά από ένα πενταετή δεσμό -κάθειρξη που έληξε της φαντάζει τώρα- είναι έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της και να ταξιδέψει σε καλύτερο αύριο. Ο Ονεστίδης, από την άλλη, είναι αυτό που αποκαλούμε στην καθομιλουμένη κομματόσκυλο. Μια ανθρωπόμορφη βδέλλα που ρουφά κρατικό χρήμα με τις ευχές και ευλογίες του προέδρου του κόμματος και πρωθυπουργού της χώρας.

    Αυτοί είναι οι τέσσερις χαρακτήρες που θα παίξουν τους βασικούς ρόλους στο κοινωνικό μυθιστόρημα του Άγγελου Χαριάτη. Τέσσερις άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους που η μοίρα τα φέρνει έτσι και ο ένας εισβάλει στην ζωή του άλλου. Αποτέλεσμα, δε, αυτής της εισβολής είναι ο προβληματισμός και κατόπιν η αλλαγή της κοσμοθεωρίας και της στάσης ζωής του καθενός από αυτούς! Προς το καλύτερο; Προς το χειρότερο; Κανένας δεν γνωρίζει πριν να έρθει το τέλος… το όποιο τέλος. Τέσσερα ξέχωρα δοχεία που ξαφνικά γίνονται συγκοινωνούντα, με την «ώσμωση» να αναλαμβάνει τα ηνία σε μυαλό και καρδιά!

    Η σκηνή που παίζεται το έργο; Ο καμβάς που ζωγραφίζει ρεαλιστικότατα ο συγγραφέας; Η Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Η Ελλάδα του 2010 που μέσα από τις ιστορίες των τεσσάρων -από την οξεία διεισδυτική ματιά καθώς και το καλοδουλεμένο και καλογραμμένο κείμενο του Άγγελου Χαριάτη– σκιαγραφείται, αναλύεται και κρίνεται. Μια συννεφιασμένη εικόνα που ο έρωτας και το χιούμορ τρυπούν κάπου κάπου τα γκροτέσκα σκουρόχρωμα πέπλα, υπενθυμίζοντας ότι στον κόσμο που μας έλαχε να ζήσουμε υπάρχει και η ελπίδα… αρκεί να της δώσουμε την ευκαιρία να λάμψει. Θα το κάνουμε άραγε ή θα γίνουμε ένα ακόμα ψηφίο στον συνολικό αριθμό των παράπλευρων απωλειών; Τα συγχαρητήρια μου κύριε Χαριάτη!

    Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου μεταφέρουμε:

    Ο Αντώνης, έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος, ζει μία «φυσιολογική ζωή». Καθημερινά «παλεύει» με τους πελάτες, τους συναδέλφους και τους νόμους της αγοράς. Στο τέλος της εργασιακής μέρας νιώθει κενός. Δεν σκέφτεται, δεν ονειρεύεται, δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. Η ρουτίνα είναι ο εχθρός του, ωστόσο ένας εχθρός που δεν αντέχει να πολεμήσει…
    Ο Λάκης, ενταγμένος στο χώρο της αναρχίας, ζει μαζί με τους συναγωνιστές του μία ζωή χωρίς συμβιβασμούς. Το κύριο μέλημά του είναι η ανατροπή του κατεστημένου και η αφύπνιση της λαϊκής μάζας. Είναι έτοιμος να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε ένα νέο κόσμο, γκρεμίζοντας στο πέρασμά του καθετί παλιό…
    Η Αναστασία, υποψήφια τραπεζικός υπάλληλος, «ξυπνάει» από το λήθαργο μιας ζωής που νόμιζε πως ήθελε να έχει. Μία ζωή με σύζυγο και παιδιά και κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια. Μία στιγμή θα είναι αρκετή για να ανατρέψει συθέμελα τη φιλοσοφία της…
    Ο κύριος Ονεστίδης, ανερχόμενο στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος, ζει το απόλυτο όνειρο εξουσίας κάθε νεοέλληνα. Ξεκινώντας από τις παραδοσιακές υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, καταφέρνει να αναρριχηθεί στην κορυφή του κομματικού μηχανισμού, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που διαθέτει…

    Τι θα συμβεί όταν οι δρόμοι τους διασταυρωθούν; Ποιο είναι το τίμημα που καλούνται να πληρώσουν;

    «Είμαι ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους που πραγματικά δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Οι γονείς μου, όπως και οι γονείς των συγκατοίκων μου, βρίσκονται κάπου ανάμεσα στα πενήντα και τα εξήντα, έφηβοι της χούντας και της μεταπολίτευσης. Αυτοί είχαν την ευκαιρία τους και τα σκάτωσαν. Εμείς δεν έχουμε καν την ευκαιρία».

    Από το αυτί του βιβλίου μεταφέρουμε:

    «Νεαροί με κουκούλες βάλλουν κατά πάντων, χακί στολές με κράνη, ασπίδες και μεταλλικά ρόπαλα βάλλουν επίσης κατά πάντων και εγώ, χωρίς να το έχω καταλάβει, βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα. Θέλω να τους πω να σταματήσουν, να σταματήσουν να πυρπολούν τις περιουσίες των άλλων, να σταματήσουν να πετάνε κοτρόνες και να σπάνε τα τζάμια με λοστούς. Θέλω να τους τα πω όλα αυτά, να φωνάξω δυνατά, αλλά δεν το κάνω.
    Δεν το κάνω και δε μένω μόνο σ’ αυτό. Παίρνω την πρώτη πέτρα που βρίσκω μπροστά μου και την εκσφενδονίζω προς την πλευρά όπου γίνεται ο μεγαλύτερος σαματάς. Όχι προς τους διαδηλωτές, όχι, προς τα τζάμια των τραπεζών ρίχνω. Περπατάω γρήγορα, σχεδόν τρέχω, ξεκουμπώνω το πάνω κουμπί του πουκαμίσου μου, που με σφίγγει σαν κόμπος, απελευθερώνομαι με επιδέξιες κινήσεις από τη μεταξωτή θηλιά που με σφίγγει χρόνια τώρα, ενώνομαι με το πίσω μέρος της πορείας, με τα παιδιά που κάνουν όλο το σαματά…»

    Νεκτάριος Παπασπύρου

     

    @Ελληνική Λογοτεχνία, Ενηλίκων, Μυθιστόρημα
    #
    Εκδόσεις:

    No Comments

Αφήστε ένα σχόλιο!

books

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Σχολικά Βιβλία

Σχολικά Βιβλία
Επειδή μάθηση δεν γίνεται χωρίς βιβλία... βρείτε όλα τα σχολικά βιβλία Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου σε ηλεκτρονική μορφή. Μαζί με τις ευχές όλων των εργαζομένων στη Ματιά για καλή πρόοδο των παιδιών σας (μας)

Δημοφιλή Βιβλία